Ταϊλανδέζικη κουζίνα
Με τον όρο Ταϊλενδέζικη κουζίνα αναφερόμαστε σε όλα τα εδέσματα και τις πρακτικές μαγειρικής που συνδέονται με την Ταϊλάνδη. Πολλοί είναι οι λόγοι που οδήγησαν την Ταϊλάνδη στην ανάπτυξη και τελειοποίηση της μαγειρικής της παράδοσης, με βασικότερο το γεγονός ότι υπήρξε η μόνη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας που σώθηκε από την επιβολή ανοιχτής αποικιοκρατίας, χάρη στην «επιδέξια» πολιτική των Βασιλιάδων της που υπέγραψαν εμπορικές συμφωνίες με τους Ευρωπαίους. Η ταχύτατη εξάπλωσή της οφείλεται όχι μόνον στην ποιότητα της αλλά και στο επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ταϊλανδών. Συνδυάζοντας τα χαρακτηριστικά αυτά μαζί με την εγχώρια παραγωγή αγροτικών προϊόντων η Ταϊλάνδη κατόρθωσε να δημιουργήσει μια υψηλή και ιδιαίτερα ανεπτυγμένη γαστρονομική παράδοση.Η αλιεία, η πτηνοτροφία και η κτηνοτροφία αποτελούν επίσης σημαντικό, αλλά όχι πρωτεύοντα ρόλο, στην ανάπτυξη της οικονομίας της. Σε ένα ταϊλανδέζικο εστιατόριο εκτός από χοιρινό, κοτόπουλο και ψάρι, μπορεί να γευθεί κανείς νουντλς και ντάμπλινγκ φτιαγμένα από ρυζάλευρο, πικάντικες σάλτσες (ντιπ), αρωματισμένες με φρέσκο κορίανδρο, σκόρδο, τζίντζερ, γκαλανγκάλ, χυμό μοσχολέμονου (λάιμ) και πολλά άλλα. Μετά το φαγητό ακολουθεί συνήθως κάποιο φρέσκο εξωτικό φρούτο όπως το μάνγκο. . τόνοι) Εκτός από το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο (74 εκατ.
Η γεωγραφική της θέση επίσης, έδωσε στην Ταϊλανδέζικη κουζίνα μια μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της κινεζικής επιρροής που δέχθηκε. Η πλειοψηφία του πληθυσμού της ασχολείται με τη γεωργία ενώ το ρύζι αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας της. Άλλος επίσης σημαντικός παράγοντας υπήρξε η κοινωνική συνοχή της λόγω της Βουδιστικής θρησκείας (94% του πληθυσμού της) και της Μοναρχίας. Η εισβολή της ταϊλανδέζικης κουζίνας στις αγγλόφωνες χώρες έγινε αισθητή τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
τόνοι το 2003), το καλαμπόκι, το σιτάρι, η ταπιόκα και ο ανανάς αποτελούν τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της Ταϊλάνδης, όπως η σόγια και το σουσάμι. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2003 κατέλαβε την 6η θέση μεγαλύτερης παραγωγού χώρας ρυζιού (27 εκατ.
