Αλισίβα

Όταν η αλυσίβα ήταν καλή, τότε τα ασπρόρουχα έπαιρναν ένα κρινόλευκο χρώμα που τύφλα να ΄χουν σήμερα οι πράσινοι, οι κόκκινοι και οι θαλασσιοί οι κόκκοι . Επίσης και σήμερα ακόμη την αλυσίβα την χρησιμοποιούν στη μαγειρική (και ιδιαίτερα σε συνταγές για μερικά είδη κουλουριών, όπως τα μελομακάρονα). . Χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα σε απομακρυσμένα χωριά ιδίως τον χειμώνα, στη πλύση των ασπρόρουχων. Με την αλυσίβα γινόταν η μπουγάδα .

Η αλυσίβα είναι ένα αλκαλικό διάλυμα που παρασκευάζεται με το βράσιμο του νερού μαζί με στάχτη από καμένα ξύλα. Δηλαδή αφού τα ασπρόρουχα πλενόντουσαν καλά, τοποθετούνταν σε ένα ψηλό καλάθι, στο μπουγαδοκόφινο , το οποίο όμως καλυπτόταν προηγουμένως εσωτερικά με μια μεγάλη άσπρη χοντρή μαντήλα ή ύφασμα το λεγόμενο σταχτόπανο και που τα άκρα της (του) έβγαιναν έξω από το κοφίνι.

Πάνω λοιπόν από το σταχτόπανο άρχιζαν και έρριχναν αργά αργά και κατά διαστήματα την αλυσίβα. Η αλυσίβα έχει καθαριστικές ιδιότητες λόγω του ανθρακικού καλίου που προσλαμβάνει από τη στάχτη και το οποίο έχει την ικανότητα αυτό να διαλύει τα έλαια και τα λίπη γενικά όχι όμως και ορυκτέλαια (γράσο, παραφίνες, βαζελίνη κλπ.). Η αλυσίβα ήταν άλλοτε πολύ διαδεδομένη.

Στη συνέχεια διπλώνονταν τα πλυμένα ασπρόρουχα και στοιβάζονταν μέσα στο μπουγαδοκόφινο και στο τέλος σκεπάζονταν αυτά από τις άκρες του σταχτόπανου. Συνίσταται δε να χρησιμοποιείται βρόχινο νερό.

Το υγρό αυτό διάλυμα σιγά - σιγά διαπερνούσε τα ρούχα και εξέρχονταν από το κάτω μέρος του κοφινιού παρασύροντας τα υπολείμματα από τους λεκέδες που υπήρχαν στα ρούχα. Στα παλαιότερα χρόνια τη χρησιμοποιούσαν για τη λεύκανση των ρούχων, αλλά και αντί για σαπούνι και για το λούσιμο (ειδικά για λιπαρά μαλλιά).

 
?>